Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2012

ΙΩΣΗΦ ΡΩΓΩΝ: Ποιός ήταν;



Ρωγών Ιωσήφ

Μία από τις ηγετικές μορφές του αγώνος των πολιορκημένων ήταν και ο Δεσπότης. 
Ο

Επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ. 

Η Επισκοπή Ρωγών είχε έδρα στην Αχαΐα, αλλά μέσα στην αναταραχή της Επαναστάσεως ο αγωνιστής Ιεράρχης βρέθηκε απέναντι, στο αγωνιζόμενο Μεσολόγγι. Ενίσχυσε, εμψύχωσε, πολέμησε, θυσιάστηκε. 

Γεννήθηκε στην Θεσσαλία, μάλλον στα Αμπελάκια Λαρίσης, το 1776. Έμαθε καλά γράμματα στο σχολείο της Τσαριτσάνης και διεκρίθη από νωρίς για την φιλομάθειά του. Μόλις χειροτονήθηκε διάκονος άρχισε να ξεδιπλώνει το ρητορικό του τάλαντο.

 Όταν χειροτονήθηκε ιερεύς άρχισε να περιοδεύει στην Θεσσαλία κηρύττων Χριστό και Ελλάδα και ενισχύων κάθε επαναστατική προσπάθεια. Στις αρχές του 19ου αιώνος ανεμίχθη με το κίνημα του παπά-Ευθύμη Βλαχάβα, ο οποίος συνελήφθη και εθανατώθη με διαταγή του Αλή Πασά. Ο Ιωσήφ ενεκλείσθη στην φυλακή των Ιωαννίνων, αλλά απέφυγε την θανατική ποινή.

 Κατά την έναρξη της Επαναστάσεως φυλακίσθηκε και πάλι από τους Τούρκους στη Άρτα, αλλά γρήγορα απελευθερώθηκε από τους Έλληνες που κατέλαβαν την πόλη. 

Τον βρίσκουμε στο Μεσολόγγι κατά την πρώτη και δεύτερη πολιορκία. Πριν αρχίσει η β πολιορκία από τον στρατό του Κουταχή (15/4/1825) και του Ιμπραήμ (12/12/1825) είχε ήδη αναδειχθεί σε πνευματικό καθοδηγτή που ενέπνεε τον σεβασμό.



 Τον Αύγουστο του 1823 ετέλεσε την κηδεία του σεμνού Σουλιώτη Μάρκου Μπότσαρη και τον Μάρτιο του 1825 κήδευσε τον Λόρδο Βύρωνα. Και οι δύο ετάφησαν στο Μεσολόγγι. 



Τα Χριστούγεννα του 1825 ήσαν πολύ δύσκολα για τους 10.500 Χριστιανούς που ήσαν κλεισμένοι στο Μεσολόγγι. Η πολιορκία είχε γίνει ασφυκτική μετά την άφιξη του Ιμπραήμ σε ενίσχυση του Μεχμέτ Ρεσίτ Κιουταχή, ο τουρκοαιγυπτιακός στόλος εμπόδιζε τα ελληνικά πλοία του Μιαούλη να φέρουν τροφές και πολεμοφόδια, η πείνα είχε αρχίσει να ταλαιπωρεί τους πολιορκημένους και τα τουρκικά πυροβόλα κατέστρεφαν τα τείχη. 

Όμως το ηθικό δεν εκάμπτετο. Την ημέρα των Χριστουγέννων οι εκκλησίες ήσαν γεμάτες και οι καμπάνες κτυπούσαν χαρμόσυνα. Λίγες ημέρες πριν ο Επίσκοπος έστειλε επιστολή προς όλους τους κληρικούς και ιερομονάχους της πόλεως. Τους έλεγε μόλις τελειώσει η Θεία Λειτουργία για την Γέννηση του Χριστού, να μη καθυστερήσουν με τραπέζια και κεράσματα , αλλά να σπεύσουν στα τείχη και να βοηθήσουν στην ανοικοδόμηση των γκρεμισμένων και στην αποκατάσταση των κτυπημένων προμαχώνων. 

Έτσι και έγινε. Πρώτος εκείνος έδωσε το παράδειγμα και οι Μεσολογγίτες τον έβλεπαν να δουλεύει και να μοχθεί μαζί με όλους τους άλλους. Το παράδειγμά του δεν άφησε κανέναν ασυγκίνητο. 

Αντί να χαλαρώσουν, λόγω της εορτής, όλοι μαζί, πολεμιστές και άμαχοι, άνδρες και γυναικόπαιδα, Μεσολογγίτες και Σουλιώτες, ιερείς και ξένοι Φιλέλληνες, μετέφεραν υλικά και διόρθωναν το τραυματισμένο τείχος. Η προτροπή του Επισκόπου έπιασε τόπο.



 «Με την δύναμιν του Τιμίου και ζωοοποιού Σταυρού μετά την Θείαν Λειτουργίαν όλοι οι ιερείς και μοναχοί να δουλέψουμε στις τάπιες (προμαχώνες)».



Στις 6 Απριλίου η κατάσταση είχε φθάσει στο απροχώρητο. Τα τρόφιμα είχαν εκλείψει προ πολλού, η περαιτέρω αντίσταση ήταν αδύνατη. Οι πρόκριτοι μαζί με τον συνετό Επίσκοπο αποφάσισαν την Έξοδο. Να βγουν και να διασχίσουν το εχθρικό στρατόπεδο το βράδυ της 10ης Απριλίου, καθώς ξημέρωνε η Κυριακή των Βαΐων.

 Το σχέδιο έπρεπε να είναι μεν λεπτομερές, αλλά σαφές και κατανοητό. Το τελικό κείμενο το υπαγόρευσε ο ίδιος ο Ιωσήφ στον Δυτικομακεδόνα πολεμιστή Νικόλαο Κασομούλη, ο οποίος και διέσωσε αυτές τις μνήμες γράφοντας τα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά». 

Παρά το στρατιωτικό ύφος του κειμένου το Χριστιανικό πνεύμα του Επισκόπου είναι εμφανές. Το σχέδιο αρχίζει με την φράση «Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος». 



Σε μία παράγραφό του προβλέπει μεταξύ άλλων ότι «κάθε σύντροφος χρεωστεί να βοηθεί τους πληγωμένους» και σε μία άλλη ότι όλοι πρέπει να βοηθήσουν τους φαμελίτες, δηλαδή τους οικογενειάρχες, οι οποίοι είχαν ευθύνη για την γυναίκα και τα παιδιά τους. 



Κατά την διάρκεια της Εξόδου κάποια μυστηριώδης φωνή ακούσθηκε –σκοπίμως η κατά λάθος; –και καλούσε τους εξοδίτες να γυρίσουν πίσω. Άλλοι προχώρησαν και πολλοί σώθηκαν. Όσοι επέστρεψαν στην πόλη σφαγιάσθηκαν από τους ήδη εισελθόντες Τούρκους και Αιγυπτίους.

 Μαζί με αυτούς που επέστρεψαν ήταν ο Ρωγών Ιωσήφ. Αντιστάθηκε επί τρεις ημέρες στο νησάκι του Ανεμόμυλου . Στο τέλος έβαλε φυτίλι στην πυριτιδαποθήκη και ανατινάχθηκε μαζί με συμπολεμιστές και με Τούρκους εισβολείς.

 Λέγεται ότι δεν πέθανε αμέσως από την έκρηξη. Τον βρήκαν ημιθανή και τον κρέμασαν. Παρέδωσε το πνεύμα στις 13 Απριλίου 1826. Ο Ρωγών Ιωσήφ με την πράξη του κατατετάγη επαξίως στην ηρωική χορεία των πολυαρίθμων Εθνομαρτύρων κληρικών. Προτίμησε να πεθάνει ελεύθερος παρά να παραδοθεί. Προτίμησε να πεθάνει Χριστιανός και Έλληνας παρά να ικετεύσει η να τουρκέψει. 

Τα ματωμένα ράσα του ας είναι σύμβολο και πρότυπο λεβεντιάς και αξιοπρεπείας και ας διδάσκουν τις επερχόμενες γενιές. Επισκόπου Ρωγών Ιωσήφ, αιωνία η μνήμη!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Twitter Delicious Facebook Digg Stumbleupon Favorites More